Μία Γερμανίδα γιατρός αντιμέτωπη με τους προγόνους της

«….. Τη στιγμή που στάθηκα στην αποβάθρα στο Μπιργκενάου, έχασα την αυτοκυριαρχία μου. Το να στέκομαι εδώ, εγώ μια Γερμανίδα γιατρός, με έκανε να νιώθω πάνω μου το βάρος των εκατομμυρίων νεκρών, που μόλις δύο γενιές νωρίτερα είχαν περάσει τη διαδικασία «διαλογής» σ’ αυτό το ίδιο μέρος από τους προκατόχους μου.

Ένας φίλος δίπλα μου σχολίασε: «δεν ξέρεις πόσοι Γερμανοί γιατροί δάκρυσαν σε αυτό το σημείο κάτω από το βάρος αυτής της ενοχής».

«Δεν ήξερα, αλλά ήμουνα αποφασισμένη να μάθω» είπε η νεαρή Γερμανίδα γιατρός ακτινο-ογκολόγος Franziska Eckert. «Να μάθω τα πάντα. Μέχρι τότε ομολογώ ότι είχα πλήρη άγνοια.

Στην Ιατρική Σχολή μάς μάθανε πώς να παλεύουμε ενάντια στον θάνατο, αλλά κανείς δεν μας είπε τίποτα για την εμπλοκή της ίδιας της ιατρικής στο Ολοκαύτωμα. Αργότερα, ως ειδικευόμενοι ακτινο-ογκολόγοι σε γερμανικό πανεπιστημιακό νοσοκομείο, διδαχτήκαμε ακτινοθεραπεία, αλλά και πάλι κανείς δεν μας πληροφόρησε για τα σχετικά με την ακτινοβολία πειράματα, που έγιναν σε έγκλειστους στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.

Έπρεπε, πάση θυσία, να βρω τρόπο να μάθω. Μαζί με φίλους που είχαν τις ίδιες ανησυχίες, δημιουργήσαμε μία ομάδα και αρχίσαμε να ψάχνουμε. Ανακαλύψαμε αρχικά τα ναζιστικά στρατόπεδα, που ήταν κοντά στην πόλη μας και μάθαμε για τις «Πορείες θανάτου» (Πορεία Θανάτου: η καταναγκαστική μεταφορά χιλιάδων κρατουμένων, κυρίως Εβραίων, από ένα στρατόπεδο σε άλλο. Ονομάστηκαν «πορείες θανάτου» επειδή οι περισσότεροι, εξαθλιωμένοι όπως ήταν από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες, πέθαιναν από το τσουχτερό κρύο, την έλλειψη τροφής, την απάνθρωπη μεταχείριση από μέρους των Γερμανών και την κούραση. Όσους δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τον ρυθμό της πορείας, τους σκότωναν επιτόπου ή τους έριχναν στη θάλασσα. Πολλές χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν σ’ αυτές τις «πορείες θανάτου»).

Τώρα ξέραμε ότι το να μείνουμε αδιάφοροι, μετά από αυτή την τρομερή ανακάλυψη, θα ήταν αδιανόητο. Αρχίσαμε λοιπόν το ταξίδι της αναζήτησης της αλήθειας. Ψάχνοντας για στοιχεία απευθυνθήκαμε στις οικογένειές μας. Στις Γερμανικές μας οικογένειες, όμως, συναντήσαμε μια ένοχη σιωπή. Στις ιστορίες που διηγούνταν, ποτέ δεν ανάφεραν τη συμμετοχή τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στο Ολοκαύτωμα. Δεν ήξεραν τίποτα, δεν άκουσαν τίποτα και δεν συμμετείχαν σε τίποτα. Δυσκολευτήκαμε να πιστέψουμε την εκδοχή τους και αρχίσαμε να πιέζουμε με διερευνητικές ερωτήσεις τους παππούδες μας. Η αλήθεια ήρθε από κει. Σκληρή και οδυνηρή: Οι ίδιοι οι παππούδες μας είχαν υπάρξει αντισημίτες, φανατικοί Ναζί, ανήκαν στη Βέρμαχτ και στα SS, ήταν αστυνομικοί, φύλακες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ψυχροί εκτελεστές μαζικών δολοφονιών! Αισθήματα ενοχής μάς συνέτριψαν. Δεν υπήρχε τρόπος, αλίμονο, να πάρουμε πίσω τους ανθρώπους και τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει πάνω τους οι οικογένειές μας και που είχαν μείνει ατιμώρητα. Το μόνο που έμενε να κάνουμε ήταν να φωνάξουμε την αλήθεια, να διασώσουμε και να διαδώσουμε τις ιστορίες, να προσπαθήσουμε με κάθε μέσο να εκφράσουμε τη θλίψη και τις τύψεις, που οι παππούδες μας ποτέ δεν εξέφρασαν.

Η πρώτη αντίδρασή μας ήταν να καθιερώσουμε, σε αντίθεση με την «Πορεία θανάτου», την «Πορεία Ζωής». Διασχίσαμε πολλά χιλιόμετρα μέσα στην Πολωνία, σχηματίζοντας το «Άστρο του Δαυίδ» και ακολουθώντας διαδρομές που ένωναν διάφορα στρατόπεδα θανάτου με τη Βαρσοβία. Η τελετή έναρξης της πορείας έγινε στην «αποβάθρα διαλογής» του Άουσβιτς-Μπιργκενάου, το διαβόητο σημείο, από και προς το οποίο, οχήματα του Ερυθρού Σταυρού μετέφεραν Γερμανούς γιατρούς (μεταξύ των οποίων και τον τρομερό Μέγκελε, τον επονομαζόμενο «Άγγελο του θανάτου» και γνωστό για τα ιατρικά του πειράματα), προκειμένου να επιβλέψουν, αν γίνονταν σύμφωνα με το πρόγραμμα οι μαζικές δολοφονίες και οι αποτεφρώσεις στα κρεματόρια. Πριν από την έναρξη της τελετής ξεναγηθήκαμε στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Σοκαριστήκαμε φοβερά με αυτά που είδαμε και μάθαμε. Το στρατόπεδο του Άουσβιτς είναι, πέρα από κάθε περιγραφή και φαντασία, ανατριχιαστικά οργανωμένο, σε βαθμό που αγγίζει την… τελειότητα. Πώς είναι δυνατόν, αλήθεια, από τη σύμπραξη επιστήμης, διανόησης, τέχνης, μουσικής να έχουν δημιουργηθεί αυτές οι απαίσιες εγκαταστάσεις θανάτου; Και πώς μπόρεσαν οι επαγγελματικοί μας πρόγονοι να εμπλακούν σε πειράματα ακτινοβολίας και αποτρόπαια εγκλήματα εναντίον συνανθρώπων τους; Τα ερωτηματικά μας βουβά και αμείλικτα, που όμως έμεναν αναπάντητα.

Στην ομάδα μας, εκτός από Γερμανούς, μη Εβραίους, συμμετείχαν και πολλοί Εβραίοι που επέζησαν από το Ολοκαύτωμα και είχαν χρησιμοποιηθεί ως ιατρικά πειραματόζωα. Μαζί τους τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Οι ιστορίες τους μάτωσαν τις καρδιές μας, Οι νεκροί ξαναζωντάνεψαν. Από τα μάτια μας κυλούσαν δάκρυα, που δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Ελπίζω, τουλάχιστον, τα δάκρυά μας αυτά να χρησιμεύσουν ως μια νέα αρχή στο ιατρικό επάγγελμα στη Γερμανία και ακόμα, αν είναι δυνατόν, για μια νέα αρχή σε αυτούς που υπέφεραν τόσο φρικτά.

Η συνειδητοποίηση της απόλυτης έλλειψης ανθρωπιάς προς τα θύματα των ιατρικών πειραμάτων και της εξολόθρευσής τους από τους Γερμανούς γιατρούς και η γνώση που απέκτησα με τη συνεχή έρευνα για τα πειράματα αυτά, με ευαισθητοποίησαν, με έκαναν να αλλάξω πολλά πράγματα και να δω από άλλη οπτική γωνία το λειτούργημα της ιατρικής, που υπηρετώ. Ευχή μου είναι να μπορέσουμε να μεταβιβάσουμε τη γνώση και την εμπειρία μας στο μέλλον, ώστε τέτοια φρικτά γεγονότα να μην επαναληφθούν ποτέ στο επάγγελμά μας, στη χώρα μας, στον κόσμο μας».

* Από τα προσωπικά βιώματα της Franziska Eckert, MD, Tμήμα Ακτινο-Ογκολογίας, Eberhard-Karls-University, Tuebingen Germany. Το αρχικό κείμενο δημοσιεύτηκε στο Practical Radiation Oncology (2017). Η μετάφραση έγινε από τη Ρία Σαμπά. Επεξεργασία κειμένου: Ρίτα Μωυσή.

ΠΗΓΗ:https://www.eleftheria.gr/